Το αυθεντικό Meyers Manx ήταν ένα απλό όχημα. Μικρό, περί τα 36 εκατοστά μικρότερο από τον θρυλικό Σκαραβαίο, πανάλαφρο χάρη στο αμάξωμα που κατασκευαζόταν εξ ολοκλήρου από fiberglass και ταυτόχρονα, αρκετά αργό με τα σημερινά δεδομένα καθώς εξοπλιζόταν με έναν επίπεδο, 4-κύλινδρο βενζινοκινητήρα της Volkswagen. Η συνεισφορά του στην αυτοκίνηση αλλά και στην ποπ κουλτούρα ήταν δυσανάλογη των επιδόσεων του όμως, με πολλούς μιμητές να εκμεταλλεύονται την δημοτικότητα του σπαρτιατικού τετράτροχου, ιδίως μετά τη νίκη του στον αγώνα Mexican 1000 το 1967. Κάπως έτσι, το σχήμα του beach buggy το οποίο επί της ουσίας είναι το σχήμα του Meyers Manx εντυπώθηκε στην αυτοκινητιστική κουλτούρα και ακόμα και σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που νοσταλγούν το εκκεντρικό αυτοκίνητο και μέσα από αυτό, εκείνη την εποχή.

Το νέο Meyers Manx έχει ελάχιστα κοινά με το αυθεντικό. Έχει ακόμα λιγότερα κοινά με το αμιγώς ηλεκτρικό Meyers Manx 2.0 που παρουσιάστηκε πριν από τρία χρόνια! Καταρχάς, να αναφέρουμε ότι είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του αμερικανού κατασκευαστή με την Tuthill που εξειδικεύεται στις Porsche – τι Volkswagen, τι Porsche. Τι 4 κύλινδροι, τι έξι… Τι fiberglass, τι ανθρακονήματα. Εντάξει, δεν είναι ίδια, ούτε καν συγκρίσιμα τα μεγέθη αλλά το LFG όπως ονομάζεται, προσπαθεί να κρατήσει το πνεύμα και την φιλοσοφία του προγόνου του και να αυξήσει την ένταση, την ποιότητα και το συναίσθημα. Το κάνει όπως είπαμε, διατηρώντας τα βασικά σχεδιαστικά στοιχεία του αυθεντικού Meyers Manx, όπως την χαρακτηριστική “μπανιέρα” για πλαίσιο και τα φαρδιά, επίπεδα φτερά που αφήνουν άπλετο χώρο για τους τροχούς, τοποθετώντας μία οροφή που προστατεύει τους πλούσιους ιδιοκτήτες του από τα στοιχεία της φύσης και εκμοντερνίζοντας τα φωτιστικά σώματα τόσο στο εμπρός μέρος όσο και στο πίσω. Φυσικά υπάρχουν τα ενσωματωμένα προστατευτικά στους προφυλακτήρες, οι αφαιρούμενες gullwing πόρτες και τα σκαλοπάτια στα πλαϊνά για να μας θυμίζουν ότι το LFG είναι ένα beach buggy αλλά είναι ένα beach buggy το οποίο απευθύνεται σε λίγους.

Η διαπίστωση αυτή επαναλαμβάνεται με την πρώτη ματιά στην καμπίνα. Εκεί όπου οθόνες καλύπτουν ολόκληρο το πλάτος του ταμπλό, ένα διακριτικό και όμορφο τιμόνι βρίσκεται στην ιδανική θέση για τον οδηγό, ένας μικρός επιλογέας για τις αλλαγές ταχυτήτων στο σειριακό κιβώτιο βρίσκεται ακριβώς εκεί που θα περίμενε κανείς και το μεγάλο, υδραυλικό χειρόφρενο λίγο πιο δεξιά.

Το κερασάκι στην τούρτα είναι το κινητήριο σύνολο. Πίσω από την καμπίνα βρίσκεται ένας 4-λιτρος, επίπεδος εξακύλινδρος βενζινοκινητήρας που αποτελεί μία αναβαθμισμένη έκδοση του κινητήρα 3.1 λίτρων και 11.000 σ.α.λ. της Tuthill. Η εταιρία δεν παρέχει πολλές πληροφορίες σχετικά με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αλλά η λογική λέει πως είναι ικανός για σαφώς πάνω από 400 άλογα ενώ όπως είπαμε, συνδυάζεται με ένα σειριακό κιβώτιο 6 σχέσεων το οποίο στέλνει την δύναμη και στους τέσσερις τροχούς – σε αντίθεση με το Meyers Manx της δεκαετίας του ’60 που ήταν αυστηρά πισωκίνητο! Εννοείται ότι δεν λείπουν τα διαφορικά περιορισμένης ολίσθησης, η ενεργή ανάρτηση και μία εξάτμιση από Inconel που παρέχει το απαραίτητο soundtrack!

Είναι προφανές ότι το Meyers LFG έχει κατασκευαστεί χωρίς να υπολογίζεται το κόστος ενώ αξίζει να αναφέρουμε επίσης ότι οι 100 τυχεροί που θα κάνουν δικό τους ένα LFG δεν αγοράζουν μόνο το όχημα αλλά και ένα μεταφορικό εισιτήριο σε διάφορες… περιπέτειες που θα διοργανώνει γι’ αυτούς η εταιρία. Σε αυτό το σημείο η τιμή που θα κληθούν να πληρώσουν δεν έχει γίνει γνωστή αλλά δεν πιστεύω να έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα είναι χαμηλή. Μετά από όλα αυτά που αναφέραμε δεν θα ήταν υπερβολή αν υποθέταμε πως το LFG ξεκινά από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια…



